There are some moments that it’s not the eyes that see… It’s the Passion that sees … the Emotions … The Soul!!!
Σαλαμίνα: «Νυν υπέρ πάντων αγών»


Σαλαμίνα

«Νυν υπέρ πάντων αγών»

Όλα τα ταξίδια, μακρινά ή κοντινά, είναι μία απόπειρα διαφυγής από την καθημερινότητα, μία προσπάθεια να αλλάξουμε παραστάσεις και εικόνες. Είναι τόσο πιεστική η κάθε μέρα, δουλειά, υποχρεώσεις, τρέξιμο να τα προλάβεις όλα… Οπότε, όταν σκάει η πρόταση για ταξιδάκι, δεν λες εύκολα όχι και ας είναι μόνο λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι σου. Και εάν έχεις και καλή παρέα, πετάς την σκούφια σου!!!

Σαλαμίνα, λοιπόν, να δούμε θάλασσα και ήλιο και να δροσιστούμε και με μια μπυρίτσα. Φωτογραφική μηχανή και Δίας, σταθερές αξίες, και φύγαμε.

Η Σαλαμίνα, γνωστή από την αρχαιότητα και ως Κούλουρη, είναι το μεγαλύτερο νησί του Σαρωνικού Κόλπου και το πιο κοντινό στις ακτές της Αττικής. Έγινε διεθνώς γνωστή από την Ναυμαχία που συνέβη το 480π.Χ. ανάμεσα στους Έλληνες και στην Περσική Αυτοκρατορία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η νίκη των Ελλήνων και το οριστικό τέλος στα σχέδια των Περσών να εξαπλωθούν στην Ευρώπη. Επίσης, η φράση «Πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη» αναφέρεται στην Σαλαμίνα, καθώς τα αρχαία χρόνια και όταν υπήρχε κίνδυνος εισβολής στην Αθήνα γινόταν κάτι σαν εκκένωση του άμαχου πληθυσμού και κατέφευγαν με ασφάλεια στην Κούλουρη. Η μετάβαση στην Σαλαμίνα, γίνεται από το Πέραμα, από όπου φεύγουν τα φέρυ ανά τέταρτο.

Παίρνουμε το καραβάκι, λοιπόν, από το Πέραμα και σε 15 λεπτά φτάνουμε στη Σαλαμίνα. Το πρώτο πράγμα που βλέπεις είναι το νησάκι του Άγιου Γεώργιου, ή αλλιώς το «νησί των κολασμένων», καθώς το 1865 δημιουργήθηκε λοιμοκαθαρτήριο με σκοπό την αντιμετώπιση κρουσμάτων χολέρας. Στο νησί παρέμεναν πληρώματα και επιβάτες πλοίων από περιοχές που βρισκόταν σε έξαρση η επιδημία, ενώ από εκεί είχαν περάσει για «κάθαρση» και μεγάλες προσωπικότητες της Ελλάδας, όπως ο Ανδρέας Συγγρός και η Πηνελόπη Δέλτα.

Με ξεναγό την Νεκταρία, ξεκινάμε για το γύρο του νησιού. Προσπερνώντας τα «τουριστικά» μέρη, αναζητάμε παραλία, για να χαζέψουμε την θάλασσα, να αμολήσουμε τον Δία και να απολαύσουμε το τσιγαράκι μας. Φτάνοντας στην παραλία Ηλιαχτή, ο Δίας δεν κρατιέται. Πετάγεται έξω από το αυτοκίνητο και αρχίζει τα πλατσουρίσματα στην θάλασσα, τρέχει σαν τρελός πέρα δώθε και επειδή θεωρεί την παραλία μόνο δικιά μας, αρχίζει και τους τσαμπουκάδες σε δύο κολυμβητές που «εισέβαλλαν» στην αποκλειστική μας παραλία… Εμείς αράζουμε και λέμε τα δικά μας.

Μετά από ώρα και με την θάλασσα στα μάτια μας και τον ήλιο στην μούρη μας, συνεχίζουμε την εκδρομούλα μας. Θέλω να επισκεφτούμε το σπίτι του Άγγελου Σικελιανού, ο οποίος έμεινε εκεί από το 1933 έως το 1950, απέναντι από το Μοναστήρι της Φανερωμένης. Βλέποντας το σημείο που βρίσκεται το σπίτι, εικόνες ξεπετάγονται. Τον Σικελιανό να ρεμβάζει τη θάλασσα και να αναπολεί…

«Βοὴ τοῦ πελάου πλημμυρίζει
τὶς φλέβες μου·
ἀπάνω μου τρίζει
σὰ μυλολίθαρο ὁ ἥλιος·
γεμάτες χτυπάει τὶς φτεροῦγες ὁ ἀγέρας·
ἀγκομαχάει τὸ ἄφαντο ἀξόνι.
Δέ μου ἀκούγεται ἡ τρίσβαθη ἀνάσα.
Γαληνεύει, ὡς στὸν ἄμμο, βαθιά μου
καὶ ἁπλώνεται ἡ θάλασσα πᾶσα..»   (Απόσπασμα από το ποίημα “Γυρισμός”)

Τις στιγμές που απολάμβανε την συντροφιά της Άννας, τις ατελείωτες κουβέντες και συζητήσεις με τον Καζαντζάκη. Θα ήθελα να είχα μία χρονομηχανή την στιγμή αυτή και να βρεθώ σε μία από αυτές τις συζητήσεις, απλά να κάθομαι σε μία γωνία και να ακούω τα λόγια τους. Πόσα ποιήματα να γράφτηκαν σε αυτό το «ησυχαστήριο», με θέα τη θάλασσα, και ήχους από τον άνεμο, τους γλάρους και το κύμα?

Αφού «κλέψαμε» λίγο από τον αέρα του Σικελιανού, συνεχίσαμε την περιήγηση στο νησί. Διάφορες παραλίες ανοίγονταν μπροστά μας, η κάθε μία με την ομορφιά της και τον άνεμό της… Ο ήλιος μας είχε βαρέσει για τα καλά, όλη αυτή την ώρα, και μία δροσερή μπύρα και μεζέδες ήταν ότι ζήταγε ο οργανισμός μας. Αράξαμε σε ένα τραπέζι δίπλα στην θάλασσα και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας «στην υγεία της παρέας»…

Πριν αποχωρήσουμε από το νησί, οφείλαμε να δούμε το μνημείο, που είναι αφιερωμένο στην Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Η αλήθεια είναι ότι θα έπρεπε να μην το έχουν τόσο παραμελημένο… Στέκει αγέρωχο σε ένα λογίσκο, δίπλα σε καρνάγιο πλοίων, άλλα για επισκευή, άλλα να «πεθαίνουν» από την αλμύρα, σιωπηλό και μόνο του, να θυμίζει την δόξα περασμένων καιρών και ο άνεμος να σου μεταφέρει τα λόγια του παρελθόντος: «Ω, παίδες Ελλήνων, ίτε Ελευθερούτε πατρίδ’ ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νύν υπέρ παντών αγών».

Στο δρόμο της επιστροφής, μία σκέψη μένει στο μυαλό. Η αλλαγή της καθημερινότητας δεν είναι κάτι δύσκολο… Το μόνο που χρειάζεσαι είναι καλή παρέα, τον Δία, μία φωτογραφική μηχανή για να αποτυπώσεις τις ωραίες στιγμές και όλα τα άλλα στα δίνει απλόχερα αυτός ο ευλογημένος τόπος που λέγεται Ελλάδα…

 


LEAVE A REPLY

Your email address will not be published. Required fields are marked *


Loading